I. Εισαγωγή
Η παρ.1 του άρθρου 79 του Ν.4808/2021 προβλέπει τα εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζεται το ελάχιστο ποσό της παρ. 4 του άρθρου 67, ιδίως με βάση τη συχνότητα και διάρκεια της τηλεργασίας, την παροχή ή όχι εξοπλισμού από τον εργοδότη, την απευθείας κάλυψη εξόδων από τον εργοδότη ή όχι και κάθε σχετική λεπτομέρεια.».
Στις 23 Νοεμβρίου 2021 από το Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων εκδόθηκε η ακόλουθη ανακοίνωση: «Το ελάχιστο ύψος της αποζημίωσης που οφείλουν να καταβάλουν οι εργοδότες στους εργαζόμενους που απασχολούνται με τηλεργασία, για την κάλυψη του κόστους του εξοπλισμού, των τηλεπικοινωνιών και της χρήσης του οικιακού χώρου εργασίας καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Κωστή Χατζηδάκη, σε εφαρμογή του νόμου 4808/2021 για την Προστασία της Εργασίας.
Ο νόμος προβλέπει για πρώτη φορά αποζημίωση των τηλεργαζόμενων για το κόστος που επωμίζονται εξαιτίας της τηλεργασίας.
Σύμφωνα με την απόφαση, το ελάχιστο ποσό που θα καταβάλλουν μηνιαίως οι εργοδότες στους τηλεργαζόμενους είναι:
• Για τη χρήση του οικιακού χώρου εργασίας, 13 ευρώ.
• Για την κάλυψη του κόστους επικοινωνιών, 10 ευρώ.
• Για την συντήρηση του εξοπλισμού, 5 ευρώ.
Σημειώνεται ότι το ελάχιστο ύψος της αποζημίωσης για κάθε περίπτωση, καθορίστηκε με βάση σχετική ειδική έκθεση (μελέτη κόστους) του οίκου PWC, που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων.
Σύμφωνα με την απόφαση, η αποζημίωση για το κόστος των επικοινωνιών δεν καταβάλλεται αν ο εργοδότης το καλύπτει απ’ ευθείας, μέσω χωριστής σύμβασης με τον πάροχο διαδικτύου – κινητής και σταθερής τηλεφωνίας. Αντίστοιχα, δεν καταβάλλεται η αποζημίωση για τη συντήρηση του εξοπλισμού αν οι συσκευές παρέχονται από τον εργοδότη.
Η απόφαση ορίζει επίσης ρητά ότι η αποζημίωση δεν επιτρέπεται να καταβάλλεται αντί αμοιβής του εργαζομένου, καθώς αποτελεί δαπάνη. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το νόμο για την Προστασία της Εργασίας (άρθρο 67) «Οι σχετικές δαπάνες δεν αποτελούν αποδοχές, αλλά εκπιπτέα δαπάνη για την εργοδοτική επιχείρηση, δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε φόρο ή τέλος ούτε οφείλονται επί αυτών ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη ή εργαζομένου».
Τέλος, προβλέπεται ότι αν η τηλεργασία παρασχεθεί για λιγότερες από 22 ημέρες ανά μήνα, τότε, θα καταβάλλεται στον εργαζόμενο το 1/22 των δαπανών ανά ημέρα τηλεργασίας.»
II. Επισημάνσεις
• Η απόφαση αφορά, όπως άλλωστε ρητά προβλέπεται και στην σχετική εξουσιοδοτική διάταξη του νόμου, το ελάχιστο κόστος που προκαλείται στον εργαζόμενο από την τηλεργασία. Δεν αποκλείεται λοιπόν, ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις, το σχετικό κόστος που προκαλείται στον τηλεργαζόμενο (και εν τέλει επιβαρύνει τον εργοδότη) να είναι μεγαλύτερο. Άλλωστε, βάσει του εδ.δ’ της παρ.4 του άρ.67 του Ν.4808/2021, ο τρόπος χρηματικής αποκατάστασης εκ μέρους του εργοδότη του κόστους που προκαλείται στον εργαζόμενο με την τηλεργασία και του μηνιαίου κόστους χρήσης του οικιακού χώρου εργασίας του ορίζεται στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας. Συνεπώς, η απόφαση θέτει τα ελάχιστα όρια «προστασίας» του τηλεργαζομένου, των οποίων δεν μπορεί να εκφύγει ο εργοδότης (πλην των περιπτώσεων που ρητά προβλέπονται στην απόφαση).
• Η απόφαση δεν αναφέρεται στο κόστος του εξοπλισμού (η έννοια του οποίου δεν πρέπει να περιορίζεται στον ηλεκτρονικό εξοπλισμό, αλλά να επεκτείνεται σε πάσης φύσεως απαραίτητο για την εξ αποστάσεως παροχή εργασίας εξοπλισμό, όπως π.χ. ένα ανατομικό – εργονομικό κάθισμα εργασίας, ο εξοπλισμός γραφείου κ.λπ.), ούτε στο κόστος αποκατάστασης των βλαβών ή των δαπανών επισκευής των συσκευών που χρησιμοποιούνται για την τηλεργασία ή της αντικατάστασής τους σε περίπτωση βλάβης. Βέβαια, βάσει της παρ.4 του άρ.67 του Ν.4808/2021, εάν συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου να γίνεται χρήση εξοπλισμού του εργαζομένου, το κόστος του (εξοπλισμού) δεν επιβαρύνει τον εργοδότη, όπως άλλωστε μπορεί να συμβαίνει (δηλ. να απαλλάσσεται από την σχετική υποχρέωση ο εργοδότης) και με την επισκευή ή αντικατάσταση του εξοπλισμού που ανήκει στον εργαζόμενο, αν αυτό προκύπτει από την σύμβαση ή την σχέση εργασίας.
• Ενώ για το ελάχιστο κόστος των τηλεπικοινωνιών και το ελάχιστο κόστος συντήρησης του εξοπλισμού προβλέπονται περιπτώσεις απαλλαγής του εργοδότη από την σχετική δαπάνη, το ελάχιστο μηνιαίο κόστος χρήσης του οικιακού χώρου εργασίας είναι καταβλητέο σε κάθε περίπτωση.
• Το ελάχιστο κόστος της τηλεργασίας, όπως αυτό προβλέπεται από το σχέδιο της ΥΑ, επηρεάζεται ευθέως από την συχνότητα παροχής της (τηλεργασίας), καθώς αν παρέχεται ανά μήνα εργασία εξ αποστάσεως για λιγότερες από είκοσι δύο (22) ημέρες (π.χ. λόγω παροχής της εργασίας στο χώρο του εργοδότη, άδειας, απεργίας κ.λπ.), ο εργοδότης καταβάλλει για κάθε ημέρα (τηλ)εργασίας το ένα εικοστό δεύτερο (1/22) των δαπανών που ισχύουν κατά περίπτωση. Αντίθετα, η διάρκεια της τηλεργασίας δεν επηρεάζει το ύψος του σχετικού ποσού, καθώς αυτό δεν παραμετροποιείται και επί τη βάσει των ωρών απασχόλησης εξ αποστάσεως (π.χ. μερική ή πλήρης απασχόληση, πρόσθετη εργασία, υπέρβαση χρονικών ορίων εργασίας).
• Τέλος, όπως προβλέπεται από τον νόμο (εδ.ε’ της παρ.4 του άρ.67 του Ν.4808/2021) και επαναλαμβάνεται στην ανακοίνωση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, οι σχετικές δαπάνες δεν αποτελούν αποδοχές για τον εργαζόμενο, αλλά εκπιπτέα δαπάνη για την επιχείρηση, ενώ δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε φόρο ή τέλος, ούτε οφείλονται επί αυτών ασφαλιστικές εισφορές. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούν τα εξής:
(i) Αφ’ ενός δεν συνιστούν (οι σχετικές δαπάνες) εκ του νόμου περιεχόμενο των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών του προσωπικού (στα οποία «δέον όπως απεικονίζωνται αναλυτικώς αι πάσης φύσεως αποδοχαί του προσωπικού, ως και αι επ’ αυτών γενόμεναι κρατήσεις»), ενώ όπου η βούληση του νομοθέτη ήταν διαφορετική (όπως στην περίπτωση της πρόσθετης μηνιαίας αποζημίωσης χρήσης και συντήρησης δικύκλου, για την οποία προβλέπεται η διακριτή αποτύπωση στα χορηγούμενα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών) εκδηλώθηκε ρητά.
(ii) Αφ’ ετέρου δεν χωρεί συμφωνία εργοδότη – εργαζομένου περί συμψηφισμού των σχετικών ποσών με ανώτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, καθώς δεν πρόκειται για αποδοχές του εργαζομένου (δηλ. για αντάλλαγμα για τις εκ μέρους του παρεχόμενες υπηρεσίες), αλλά για δαπάνες της επιχείρησης.